ἀνομία

ἀνομία
ἡ ἀ|νομία беззаконие

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀνομία" в других словарях:

  • ἀνομία — ἀνομίᾱ , ἀνομία lawlessness fem nom/voc/acc dual ἀνομίᾱ , ἀνομία lawlessness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνομίᾳ — ἀνομίαι , ἀνομία lawlessness fem nom/voc pl ἀνομίᾱͅ , ἀνομία lawlessness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανομία — η (AM ἀνομία) [άνομος] 1. παρανομία, παράνομη πράξη, αδίκημα 2. ευθύνη για την παρανομία, ενοχή, αμαρτία 3. η ανυπαρξία νόμων, αναρχία νεοελλ. 1. αδικία 2. ατυχία, αναποδιά 3. ως όρος της κοινωνιολογίας σημαίνει την κατάσταση της κοινωνίας στην… …   Dictionary of Greek

  • ανομία — η 1. έλλειψη νόμων, έννομης τάξης: Στη χώρα εκείνη υπήρχε μεγάλη ανομία. 2. παρανομία, καταπάτηση του νόμου: Οι ανομίες ήταν γι αυτόν κάτι το συνηθισμένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνομίας — ἀνομίᾱς , ἀνομία lawlessness fem acc pl ἀνομίᾱς , ἀνομία lawlessness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνομίαι — ἀνομία lawlessness fem nom/voc pl ἀνομίᾱͅ , ἀνομία lawlessness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνομίαν — ἀνομίᾱν , ἀνομία lawlessness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνομιῶν — ἀνομία lawlessness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνομίαις — ἀνομία lawlessness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνομίης — ἀνομία lawlessness fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Antinomianism — For the term in politics describing socialist movements, see Autonomism Antinomianism (from the Greek ἀντί , against + νόμος , law ), or lawlessness (in the Greek Bible: ἀνομία, [http://www.blueletterbible.org/cgi bin/words.pl?word=458 ἀνομία]… …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»